Στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον μία «νέα» κατηγορία περιουσιακών στοιχείων έκανε την εμφάνισή της. Σταδιακά εκτιμήθηκε ο ιδιαίτερος και ζωτικής σημασίας ρόλος της εν λόγω «περιουσίας» κατευθύνοντας πολλές εταιρείες να στηρίξουν ολόκληρο το επιχειρησιακό τους οικοδόμημα πάνω σε αυτή. Η κατηγορία αυτή δεν είναι άλλη από τα Άυλα Περιουσιακά Στοιχεία (Intangible Assets). Η πρώτη προσέγγιση των Άυλων Περιουσιακών Στοιχείων έγινε μόλις το… 1911 από τον Αμερικανό οικονομολόγο Irving Fischer. Η σπουδαιότητά τους αναγνωρίστηκε και από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (International Accounting Standards) όπου βάσει του προτύπου 38 ένα Άυλο Περιουσιακό Στοιχείο ορίζεται ως ένα ευπροσδιόριστο μη νομισματικό περιουσιακό στοιχείο, χωρίς υλική υπόσταση, που αποτελεί έναν πόρο ο οποίος εκμεταλλευόμενος από την επιχειρησιακή οντότητα θα δημιουργήσει μελλοντικά κέρδη.
Ένα από τα σημαντικότερα συστατικά της άυλης περιουσίας αποτελεί αναμφίβολα και ο ανθρώπινος παράγοντας ή πιο επιστημονικά οι ανθρώπινοι πόροι (Human Resources). Μάλιστα, η σημαντικότητά τους διαφαίνεται αφενός από το επιχειρηματικό περιβάλλον με την δημιουργία ειδικού τμήματος ανθρωπίνων πόρων σε κάθε μεγάλη εταιρεία και αφετέρου από το επιστημονικό περιβάλλον με την δημιουργία υποκλάδου της διοίκησης (management), με αποκλειστικό αντικείμενο την διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων (Human Resources Management).
Χρησιμοποιώντας τα παραπάνω ως βάση, μας μένει μόνο να σκεφτούμε το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των νέων της χώρας μας, της «χαμένης» κατά πολλούς (ελέω κρίσης) γενιάς. Μίας γενιάς που αναμφίβολα και παρά το προβληματικό εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί το καλύτερο δείγμα (από άποψη εκπαίδευσης) που έχει δείξει ποτέ η χώρα μας στην σύγχρονη ιστορία της. Ίσως η ελληνική νοοτροπία του «σπουδάζειν» και του «μαζεύειν» (πτυχία, διπλώματα, πιστοποιητικά), ίσως η ανεργία, ίσως η δομή της ελληνικής οικογένειας που αρνείται να εξευρωπαϊστεί και συνεχίζει να παρέχει την πολυτέλεια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον ανθό της χώρας, ίσως η αβεβαιότητα που ανέκαθεν υπήρχε στον σύγχρονο Έλληνα (πόλεμοι, πολιτική αστάθεια, μετανάστευση) και τον έστρεφε στην δημιουργία μη υλικών θησαυρών έφερε αυτό το θαυμαστό αποτέλεσμα. Ειδικά σχετικά με το τελευταίο δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τους γονείς μου που ανέκαθεν μου επισήμαναν, «τα σπίτια, τα χρήματα, οι περιουσίες, τα πάντα μπορούν να χαθούν σε μερικές στιγμές. Το μόνο που δεν θα χάσεις ποτέ είναι οι γνώσεις σου». Με τον τρόπο αυτό, μέσα σε πολλά αρνητικά που έκανε η γενιά που «παραδίδει», δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον ρόλο της σε αυτή την άτυπη επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, μια επένδυση που δημιούργησε μία υπεραξία για την χώρα.
Έτσι φτάσαμε στο σήμερα, όπου πάνω από το 90% των μαθητών ακολουθεί τα μονοπάτια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (δυστυχώς ανεξάρτητα του αντικειμένου, ας είναι και ψυχολογία Πέστροφας, πανεπιστήμιο να ναι), ενώ βρίσκεται ήδη φορτωμένο με τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα και φυσικά υπολογιστές. Στη συνέχεια ένα τεράστιο ποσοστό, είτε συνεχίζει σε μεταπτυχιακές σπουδές εντός ή εκτός χώρας είτε προχωράει σε έναν δεύτερο τίτλο κύριων σπουδών. Στο σημείο αυτό αρκεί μόνο να πω, ότι στο πανεπιστήμιο του Essex όπου έκανα το Μάστερ μου, το 10% των μεταπτυχιακών φοιτητών ήταν Έλληνες, το 5% Βρετανοί ενώ ένα 5-10% ήταν λοιποί Ευρωπαίοι. Βλέποντας μάλιστα αυτό, η σουηδική κυβέρνηση εδώ και πάνω από μία δεκαετία ξεκίνησε ένα πρόγραμμα υποτροφιών που στην ουσία αποτελεί πρόγραμμα συγκέντρωσης υψηλού επιπέδου εργατικού δυναμικού από διάφορες χώρες, δένοντας τους με μακροχρόνια συμβόλαια.
Όπως λοιπόν μπορούμε να αντιληφθούμε, αν για κάτι πρέπει να είναι περήφανη η Ελλάδα είναι το εργατικό της δυναμικό, μέρος του οποίου διακρίνεται ήδη στο εξωτερικό. Αυτό λοιπόν το κεφάλαιο είναι που έχει ανάγκη η χώρα μας αυτήν την δύσκολη περίοδο και αυτή την επένδυση πρέπει να αρχίσει να ρευστοποιεί. Όχι με το να προωθεί την νέα γενιά στο εξωτερικό διοργανώνοντας εκδηλώσεις συνεργαζόμενη με αλλοδαπά υπουργεία και προξενεία χαρίζοντας με τον τρόπο αυτό μία επένδυση που έκανε άμεσα ο ίδιος ο λαός, αλλά δίνοντας ευκαιρίες και δημιουργώντας καταστάσεις ούτως ώστε η «χαμένη» αυτή γενιά να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις, τις δεξιότητές και τις εμπειρίες της από το εξωτερικό ώστε να οργώσει σε αυτό το γόνιμο μα παραμελημένο χωράφι που λέγεται Ελλάδα. Αυτό φυσικά πρέπει πρωτίστως να το καταλάβουμε και μεις οι ίδιοι. Αν όχι εμείς τότε ποιοι οφείλουν και μπορούν να αλλάξουν την μοίρα στην πατρίδα των απογόνων τους; Σε ποιους θα πρέπει να στηριχτεί η Ελλάδα αν όχι στην πιο μορφωμένη και έμπειρη (από πλευράς εμπειριών στο εξωτερικό) γενιά στην σύγχρονη ιστορία της;
Για να ενωθούν και να θριαμβεύσουν οι ενωμένοι Έλληνες στις Πλαταιές χρειάστηκαν 300+ «τρελοί» (δανειζόμενος τον όρο του Κολοκοτρώνη) να φυλάξουν Θερμοπύλες. Εμείς; Θα αφήσουμε τις Θερμοπύλες της σύγχρονης Ελλάδας αφύλακτες;;;
ΥΓ: Μην μπορώντας να αντισταθώ σε ένα αμιγώς οικονομικό κείμενο θα ασχοληθώ στα παραλειπόμενα με την πολιτική. Αν ο κατά τα άλλα πετυχημένος Υπουργός Άμυνας υιοθετούσε την φρασεολογία πουχρησιμοποίησε για τους απόστρατους, ως απάντηση στις προκλήσεις και απειλές των εξ Ανατολάς γειτόνων μας, θεωρώ ότι τα αποτελέσματα θα ήταν ευεργετικά για την μείωση των προκλήσεων που δέχεται η χώρα μας.
