Όπως σας είχα υποσχεθεί σε παλιότερη δημοσίευση (Ο Μπαμπούλας του… Χρεους), ήρθε η ώρα να κάνουμε μία σύντομη επισκόπηση στην ιστορία του δημόσιου χρέους της χώρας μας.
Έχω ήδη αναφέρει ότι η ιστορία του δημοσίου χρέους ξεκίνησε ταυτόχρονα με την ιστορία του Ελληνικού κράτους κατά την επανάσταση του 1821. Με τα δύο πρώτα δάνεια «της ανεξαρτησίας» του 1824 η χώρα μας θεωρητικά δανείστηκε 2.800.000 λίρες αν και εισέπραξε μόλις 540.000. Τα «ρέστα» των 2.260.000 αποτέλεσαν προμήθειες, μεσιτικά, ασφάλιστρα και προκαταβολές τόκων. Δηλαδή δανειστήκαμε χρήματα τα οποία απλά ποτέ δεν πήραμε καθώς παρακρατήθηκαν, ενώ η καθαρή πρόσοδος αποτέλεσε μετά βίας το 20% του ποσού. Το πρώτο δάνειο (800.000 λιρών όπου και λάβαμε περίπου 350.000) το λάβαμε από τους οίκους Longman, O’ Brien και Ellice. Το δεύτερο δάνειο (2.000.000 λιρών όπου έπρεπε να λάβουμε 815.000) το λάβαμε από τον οίκο Ricardo. Το οξύμωρο όμως με το δεύτερο δάνειο ήταν ότι οι ίδιοι οι δανειστές ανέλαβαν να το «αξιοποιήσουν» για την ίδια την Ελλάδα. Αφού προσέλαβαν με τα λεφτά του δανείου απόστρατους ναυάρχους και στρατηγούς (μόνο ο Κόχραν εισέπραξε ως προκαταβολή κοντά στις 90.000 λίρες) ανέλαβαν την παραγγελία 8 πλοίων (6 από την Αγγλία, δύο από τις Η.Π.Α.). Από τον παραπάνω στόλο στην Ελλάδα ήρθε μία αγγλική κορβέτα το 1826, ένα επίσης αγγλικό ατμόπλοιο το 1828 και τέλος ένα μικρό αγγλικό ατμόπλοιο και μία αμερικάνικη φρεγάτα αφού έληξε η επανάσταση (!!!). Ταυτόχρονα με τα χρήματα του δεύτερου δανείου, οι τραπεζικοί οίκοι μας ανάγκασαν να αγοράσουμε ομολογίες του πρώτου δανείου ώστε να στηρίξουμε την τιμή τους καθώς κερδοσκοπικά παιχνίδια τις είχαν υποτιμήσει (τα ίδια κερδοσκοπικά παιχνίδια που γίνονται μέχρι τις μέρες μας). Έπειτα από όλα αυτά εισπράξαμε επιτέλους κοντά στις 200.000 λίρες. Δυστυχώς ως Έλληνες ακόμα και το πενιχρό ποσό που εισπράξαμε (σε σχέση πάντα με το συνολικό) το σπαταλήσαμε χωρίς φειδώ και έλεγχο. «Καπεταναίοι» δήλωναν εικονικούς άντρες ώστε να εισπράττουν οι ίδιοι τους μισθούς, ενώ η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα υπόλοιπα ώστε να θέσει στο περιθώριο τους εσωτερικούς της αντιπάλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καπετάν Γκούμας που εισέπραττε μισθούς για 12.000 άντρες ενώ το σώμα του αποτελείτο από μόλις 3.000. Το τραγικό ήταν ότι μόλις με 20.000 λίρες το Μεσολόγγι θα μπορούσε να οχυρωθεί και να εφοδιαστεί πλήρως, καθιστώντας αδύνατη την πτώση του. Όπως ήταν αναμενόμενο, το 1826 η Ελλάδα κήρυξε την πρώτη της ιστορικά πτώχευση.
Το 1831 ο Όθωνας φέρνει μαζί του και ένα νέο δάνειο 60.000.000 φράγκων το οποίο υπέγραψαν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Βαυαρία (!!!). Η συμφωνία προέβλεπε η Ελλάδα να εισπράξει από τον οίκο Ρότσιλδ το 94% των χρημάτων από την πώληση των ομολογιών (και όχι από την ονομαστική τους αξία καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να εισπραχθούν λιγότερα από την πώληση). Το οξύμωρο είναι ότι η ζήτηση για τις ομολογίες ήταν τέτοια ώστε εισπράχτηκαν όχι 60 αλλά 64 εκατομμύρια φράγκα. Παρόλα αυτά μας χρέωσαν μόλις με 56.400.000 (δλδ με το 94% των 60 και όχι των 64 εκατομμυρίων φράγκων – το 94% των 4.000.000 απλά παρακρατήθηκε). Από το παραπάνω ποσό παρακρατήθηκαν ακόμα 33.000.000 ως συνήθη τακτική για μεσιτικά, προμήθειες, ασφάλιστρα και μεσιτικά, ένα ποσό δόθηκε στην Τουρκία ως αποζημίωση (!!!) για την προσάρτηση της Εύβοιας και της Φθιώτιδας (το οποίο εισπράχθηκε από την Ρωσία η οποία το αξίωνε ως αποζημίωση από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο), ενώ τα τελευταία περίπου 10.000.000 καταβλήθηκαν στον Βαυαρικό στρατό που ακολούθησε τον Όθωνα (οι συνολικές αμοιβές του Βαυαρικού στρατού υπολογίστηκαν στα 20.000.000 ενώ την ίδια περίοδο ο μεγαλύτερος Ελληνικός στρατός δεν εισέπραξε ούτε τα μισά). Με λίγα λόγια η Ελλάδα δεν εισέπραξε απολύτως τίποτα από το εν λόγω δάνειο, ενώ ταυτόχρονα καταγράφηκαν παράλογα έξοδα όπως η αγορά 60 τσουβαλιών από αλεύρι για την παρασκευή αλευρόκολλας (!!!) ώστε να τοποθετηθεί ταπετσαρία στο σπίτι του αντιβασιλέα Άρμανσμπεργκ. Όπως ήταν αναμενόμενο εν έτη 1843 η Ελλάδα χρεοκοπεί για δεύτερη φορά ενώ οι δυνάμεις που υπέγραψαν εν αγνοία μας το δάνειο (με την ανοχή της πολιτικής ηγεσίας) επεμβαίνουν στην εσωτερική πολιτική (ιδίως την οικονομική) και δεσμεύουν όλα τα έσοδα μέχρι την οριστική αποπληρωμή, της βασική πηγής εσόδων του κράτους, του τελωνείου της Σύρου. Παρά την «χρεωκοπία» οι δανειστές συνέχισαν να απαιτούν τα χρήματα που ποτέ δεν εισπράχθηκαν καθώς και να δεσμεύουν οτιδήποτε φτάνοντας την χώρα στην εξαθλίωση. Μάλιστα, πέραν των εξευτελιστικών χαρακτηρισμών, των παράλογων οικονομικών απαιτήσεων, η Αγγλία δεν δίστασε να στείλει ένα μεγάλο μέρος του στόλου της να αποκλείσει και να καταλάβει τον Πειραιά, υιοθετώντας μία συνήθη πολιτική που θα ακολουθήσει πολλές φορές στο μέλλον. Μετά τις αντιδράσεις τόσο του ελληνικού όσο και του αγγλικού λαού και με την χρηματοδότηση της εθνικής τράπεζας ο αποκλεισμός λήγει. Παρά την «χρεωκοπία» του 1843 και των γεγονότων που ακολούθησαν, το 1859 η Ελλάδα μπαίνει στην πρώτη της ιστορικά «ελεγχόμενη χρεωκοπία» αφού βρέθηκε να χρωστάει τα υπερδιπλάσια απ όσα (δεν) πήρε από το «οθωνικό» δάνειο. Έτσι η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώνει ετήσια ως το 1871 όπου και έληγαν όλες οι ομολογίες το ελάχιστον 900.000 φράγκα. Το οξύμωρο όμως με αυτές, είναι ότι παρά τις κανονικές πληρωμές, μετά το πέρας του 1871 η χώρα μας βρέθηκε να χρωστάει από το παραπάνω δάνειο επιπλέον 100.000.000 φράγκα!!!
Από το 1843 η Ελλάδα, αποκλεισμένη από όλες τις χρηματαγορές στρέφεται αναγκαστικά στον εσωτερικό δανεισμό. Το 1868 η κυβέρνηση δανείζεται 48.000.000 χρυσές δρχ, το 1877 28.000.000 και το 1878 10.000.000 (πάντα με εσωτερικό δανεισμό και με ελάχιστα ευνοϊκότερους όρους από τους αλλοδαπούς). Συνέπεια των παραπάνω η χώρα βρέθηκε να χρωστάει το 1880 100.000.000 δραχμές στους εγχώριους δανειστές της. Το 1878 η χώρα αποφάσισε να εξοφλήσει τα δύο πρώτα δάνεια ανεξαρτησίας, παρά τις δύο πτωχεύσεις που μεσολάβησαν, ώστε να στραφεί εκ νέου στον εξωτερικό δανεισμό. Όμως το αρχικό ονομαστικό κεφάλαιο τον 2.800.000 λιρών (εισπράχθηκαν μόλις 540.000), παρά τις όποιες δόσεις που είχαν καταβληθεί, είχε φτάσει τις 10.030.000 λίρες!!! Για να ξεχρεώσει οριστικά ο Τρικούπης από τα εν λόγω δύο δάνεια (έτσι πίστευε ο άνθρωπος καθώς το 1927 ξεφύτρωσαν ξαφνικά και νέοι πιστωτές των δανείων της ανεξαρτησίας) χρησιμοποίησε το δάνειο του 1890 που μόλις είχε λάβει για την δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ πήρε ένα βραχυχρόνιο εσωτερικό δάνειο 600.000 λιρών. Όπως όμως «βρικολάκιασαν» τα δάνεια της ανεξαρτησίας, έτσι βρικολάκιασε και το «οθωνικό» δάνειο, το οποίο ουδέποτε η Ελλάδα υπέγραψε ή εισέπραξε. Στην χώρα μας αρνήθηκε η συμμετοχή των αντιπροσώπων μας στο συνέδριο του Βερολίνου αν πρώτα δεν καταβάλλονταν στους κληρονόμους του Λουδοβίκου 4.500.000 φράγκα. Ο Τρικούπης, ίσως ο μοναδικός άξιος κυβερνήτης μετά τον Καποδίστρια, προσπάθησε να μετασχηματίσει την Ελλάδα, να την οδηγήσει στην ανάπτυξη και ταυτόχρονα να της δώσει κύρος στο εξωτερικό. Αξίζει να αναφέρω πως την περίοδο που ανέλαβε, από τις 40 – 45 εκατομμύρια δραχμές που είχε ως ετήσια έσοδα το κράτος, πλήρωνε για την εξυπηρέτηση μόνο των δανείων παραπάνω από 20. Είχε δηλαδή μπει, όπως αναφέρει ο τότε καθηγητής Ι. Σούτσος, στον δρόμο που είχαν βάλει νωρίτερα την Τουρκία και την Αίγυπτο, της συστηματοποιημένης χρεωκοπίας (ακριβώς όπως και σήμερα). Ο Τρικούπης προσπάθησε με νέα δάνεια (γι αυτό έχει χαρακτηριστεί δικαίως αλλά και αδίκως ως πρωταθλητής του δανεισμού), να αποπληρώσει ολοκληρωτικά τα παλιά και να τονώσει την ανάπτυξη, ώστε να βγάλει την χώρα από τον κανάλι που την είχαν οδηγήσει τόσο οι ξένοι όσο και αρκετοί ασυνείδητοι Έλληνες πολιτικοί – οικονομικοί παράγοντες (π.χ. ο «ευεργέτης» Συγγρός). Εις μάτην… Στις 9 Δεκεμβρίου (άλλες πηγές αναφέρουν 10) του 1893, σε ομιλία του στην Βουλή, ο Τρικούπης αναφέρει «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και το ελληνικό κρατίδιο με μόλις 70 χρόνια ζωής οδηγείται για τρίτη φορά σε χρεωκοπία. Αξίζει αναφοράς ότι από το 1879 έως το 1893 η χώρα μας έλαβε ως δάνεια 365.000.000 φράγκα, για τα οποία έδωσε 25.000.000 μεσιτικά, 121.700.000 ως αποσβέσεις και 389.150.000 ως τοκοχρεολύσια. Παρόλα αυτά, βρέθηκε να χρωστάει 586.000.000 φράγκα!!! Μάλιστα 220.000.000 η χώρα δεν τα εισέπραξε ποτέ καθώς πήγαν κατευθείαν στους ίδιους τους δανειστές μας που ήταν ταυτόχρονα και εργολάβοι των δημοσίων έργων και προμηθευτές πολεμικού υλικού (υπερχρέωναν ένα δημόσιο έργο και στην συνέχεια μας δάνειζαν οι ίδιοι για να πληρωθούν, με όρους κάτι παραπάνω από επαχθείς).
Από το 1893, λόγω της νέας χρεωκοπίας η χώρα δεν μπορεί να στραφεί σε καμία χρηματαγορά του εξωτερικού, ενώ καμία χώρα δεν προτίθεται να της δανείσει. Τα πράγματα αλλάζουν το 1897 όταν και στην Ελλάδα επιβάλλεται ο Δ.Ο.Ε. (Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος), η Τρόικα της εποχή, μετά από πρόταση της Γερμανίας, για να χορηγηθεί δάνειο στην χώρα, γνωστό ως «οικονομικό». Το δάνειο ύψους 150.000.000 φράγκων που το εγγυήθηκαν οι μεγάλες δυνάμεις, κατέληξε ως αποζημίωση της Τουρκίας για την Θεσσαλία (62%), ως κάλυψη του υπάρχοντος χρέους (20%), ως έξοδα έκδοσης (3%) και ως κάλυψη των ελλειμμάτων (15%). Εδώ θα αναφέρω μόνο ορισμένα χαρακτηριστικά του Δ.Ο.Ε. που επιβλήθηκε στην χώρα μας. Αρχικά, παρά το γεγονός ότι το 1/3 του χρέους μας ήταν εσωτερικό, κανένας Έλληνας δεν μπήκε στην επιτροπή του Δ.Ο.Ε. Αντιθέτως στην Τουρκία το ίδιο διάστημα, ενώ το εσωτερικό χρέος ήταν μόλις 6%, της επιτράπηκε να υπάρχει τουρκική συμμετοχή στην επιτροπή. Μάλιστα, την εποχή εκείνη, ο Δ.Ο.Ε. είχε χαρακτηριστεί ως «επαχθής μεν αλλά και αναπόφευκτος» ενώ είχε και το δικαίωμα της «πρωτοπραξίας» στον Ελληνικό προϋπολογισμό (ακριβώς όπως σήμερα). Σταδιακά ο Δ.Ο.Ε. και οι μεγάλες δυνάμεις – δανειστές μας, άρχισαν να λαμβάνουν ως εγγυήσεις ειδικούς φόρους (π.χ. του τσιγαρόχαρτου), τον έλεγχο μονοπωλίων και τα έσοδα των λιμανιών (π.χ. Θεσσαλονίκης).
Από το 1900 και μετά, η χώρα συνέχισε να δανείζεται, κυρίως για αναπτυξιακά αλλά και πολεμικά έργα. Απλά αναφέρω ότι για την απαραίτητη για τον πόλεμο σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών – Λαρίσης, η αλλοδαπή κατασκευάστρια αφού χρέωσε 210.000δρχ το χιλιόμετρο (8.500.000 δρχ του 1936), προσφέρθηκε να μας χορηγήσει η ίδια το δάνειο υποθηκεύοντας ταυτόχρονα και την ίδια την γραμμή παρά την εγγύηση από τον φόρο του καπνού. Το 1910 η Ελλάδα προχωράει σε δάνειο 150.000.000 φράγκων από τα οποία είσπραξε κάτι περισσότερα από 90.000.000. Είπαμε, τα άλλα ήταν μεσιτείες, προμήθειες, προκαταβολές και ασφάλιστρα. Συνολικά έως το 1915 η χώρα θα δανειστεί από το εξωτερικό ονομαστικά περίπου 521.000.000 φράγκα από τα οποία τελικά θα εισπράξει κάτι παραπάνω από 350.000.000. Με τα χρήματα αυτά θα αποπληρωθούν παλιότερα δάνεια (κυρίως εσωτερικά), θα καλυφθούν έξοδα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα καλυφθούν ελλείμματα και θα εξοφληθεί το χρέος των γεωργικών ταμείων. Μέσα σε αυτά, η Ελλάδα θα αναγκαστεί να πάρει δάνειο για την «αγορά» της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης που είχε με μάχες κατακτήσει και ελέγξει ο Ελληνικός Στρατός. Κλείνοντας με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το ευχαριστώ που άκουσε η Ελλάδα για την συμμετοχή της θα αναφέρω ένα ακόμα παράδειγμα. Η χώρα μας, κατά την διάρκεια του πολέμου, έλαβε πιστώσεις ύψους 239.000.000 φράγκων (από 850.000.000 που μας είχαν υποσχεθεί) για την διεξαγωγή του πολέμου. Κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών, για την συντήρηση του συμμαχικού στρατού στην Βόρεια Ελλάδα η κυβέρνηση ξόδεψε 260.000.000 χρυσά φράγκα, τα οποία και έπρεπε να της καταβληθούν από την Αντατ. Όμως οι «σύμμαχοι» πίστωσαν την Ελλάδα με το αστρονομικό ποσό των 436.000.000 φράγκων ως πιστώσεις πολεμικού υλικού ώστε να πληρώσουν μόλις 63.000.000 και όχι 260.000.000 φράγκα όπως όφειλαν.
Κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, και ενώ η χώρα αντιμετώπιζε τις συνέπειες της Μικρασιατικής τραγωδίας. Αναγκασμένη να επουλώσει τις πληγές των πολυετών πολέμων, να επουλώσει το προσφυγικό πρόβλημα και να δημιουργήσει τις κατάλληλες αναπτυξιακές υποδομές δανείζεται συνολικά 1 δις φράγκα. Εδώ πρέπει να τονίσω ότι για πρώτη φορά, η Γαλλία χάνει τον βασικό δανειοδοτικό της ρόλο και στην θέση της πρωτοεμφανίζονται οι Η.Π.Α. Με το 1/3 των τακτικών εσόδων να καταβάλλονται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του εξωτερικού δανεισμού , και με το ποσοστό αυτό να αυξάνεται σταθερά (το 1932 έφτασε το 1/2!!!), στις 16/4/1932 ο Μαρής ενημερώνει τον Δ.Ο.Ε., που ήρθε για λίγο και έμεινε πολύ (τυχαίο;), ότι θα κηρύξει χρεοστάσιο για τους τόκος των δανείων. Ο Βενιζέλος, πήρε την σωστή απόφαση μεταξύ πληρωμής των δανείων και τις υποχρεώσεις στον λαό, παραβλέποντας τα δικαιώματα του Δ.Ο.Ε. Έτσι η Ελλάδα κήρυξε την τέταρτη πτώχευση. Κάνοντας μία γενική εκτίμηση, από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, είχαμε λάβει περίπου 2.200.000.000 φράγκα και ενώ είχαμε καταβάλλει πολλαπλάσια, συνεχίσαμε να χρωστάμε περίπου το ίδιο ποσό!!!Στο διάστημα 1932 – 1945 δεν υπήρξαν νέα δάνεια αλλά παρουσιάστηκαν αρκετές περιπτώσεις εκβιασμού της χώρας από τους ομολογιούχους κατά τον διακανονισμό που ακολούθησε της πτώχευσης. Το ίδιο διάστημα υποστηρίζεται όχι η χώρα μας έδωσε δάνειο… Το κατοχικό δάνειο που πήρε η Γερμανία από την Ελλάδα ύψους 3.000.000.000 δολαρίων και ποτέ δεν επιστράφηκε, χρέωσε επιπλέον την χώρα…
Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η χώρα θα προσπαθήσει να ανασυγκροτηθεί αφού οι ζημιές κατά την κατοχική περίοδο ξεπερνούσαν κατά 30 φορές το Α.Ε.Π. Στην επόμενη δεκαετία από την λήξη του πολέμου, η Ελλάδα θα λάβει τρία εξωτερικά δάνεια ύψους 150.000.000 δολαρίων. Κατά την δεκαετία του ’60, σε συνδυασμό με την ραγδαία ανάπτυξη, θα γίνει η πιο αξιόλογη προσπάθεια τιθάσευσης του δημοσίου χρέους. Πρωταρχικά διακανονίστηκε το προπολεμικό χρέος που αποτελούσε και το 75% του δημοσίου χρέους, ενώ προσπάθησε να αποπληρώσει και το μεγαλύτερο μέρος του μεταπολεμικού δανεισμού, που αν και κατέβαλε πάνω από το 100% των ονομαστικών δανείων, δεν κατάφερε να το περιορίσει σημαντικά. Παρόλα αυτά, βασιζόμενη στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό επί του Α.Ε.Π. άγγιξε μονοψήφια νούμερα.
Κατά την περίοδο της δικτατορίας, η Ελλάδα αυξάνει σημαντικά τον δανεισμό. Χαρακτηριστικό όμως του δανεισμού εκείνης της περιόδου ήταν ο εσωτερικός του χαρακτήρας, προφανώς σε μία προσπάθεια να ανακυκλωθούν οι τόκοι στην οικονομία και να μην αυξηθεί η εξάρτηση της χώρας από εξωγενής παράγοντες. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε ότι λόγω της πολιτικής κατάστασης, πολλές χώρες δεν ήταν πρόθυμες να μας δανείσουνε, και ίσως ο εσωτερικός δανεισμός να ήταν μονόδρομος περισσότερο παρά συνειδητή επιλογή.
Κατά την μεταπολίτευση, το προπολεμικό εξωτερικό χρέος εξαλείφεται οριστικά. Μετά από 1,5 αιώνα, η πληγή που οδήγησε σε τέσσερις χρεωκοπίες επουλώθηκε. Παράλληλα, παρά την συνεχόμενη άνοδο του δανεισμού τόσο σε απόλυτα ποσά όσο και ως ποσοστά επί του Α.Ε.Π., αυτός παραμένει σε ελεγχόμενα πλαίσια, και πάντα χαμηλότερα από το 1/3 του Α.Ε.Π. Σημαντική είναι επίσης η επιστροφή της Γαλλίας ως πιστωτή και η απουσία της Αγγλίας.
Δυστυχώς οι επόμενες κυβερνήσεις από το 1981 έως το 1993 εκτόξευσαν μέσα σε μία δεκαετία το δημόσιο χρέος σε επίπεδα μεγαλύτερα του ετήσιου Α.Ε.Π. Μάλιστα το 1985 η χώρα μας κατέχει μία όχι και τόσο τιμητική πρωτιά καθώς είναι παγκόσμια πρώτη στο κατά κεφαλή δημόσιο χρέος, ενώ οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν το 1/3 των ετήσιων εσόδων για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων. Είναι προφανές ότι η πολιτική «του δώστα όλα», πέραν του ότι στοίχισε στην χώρα από πλευράς ανάπτυξης (με το κλείσιμο όλων των αξιόλογων βιομηχανιών),την χρέωσε ταυτόχρονα θεωρώντας τον εξωτερικό δανεισμό ως έσοδο τακτικό και οργανικό.
Από το 1993 και έπειτα το δημόσιο χρέος διαγράφει μία σταθεροποίηση, με πτωτικές τάσεις, αποτέλεσμα όμως της δημιουργικής λογιστικής που εφάρμοσε στα δημοσιονομικά μας η Goldman Sachs έναντι αδρότατης αμοιβής. Ήταν οπότε εύκολο για τους συμβούλους της ίδιας εταιρείας κ. Hubert Burda (πολυεκατομμυριούχο των Μ.Μ.Ε. και ιδιοκτήτη του γερμανικού Focus) και Otmar Issing (Γερμανός οικονομολόγος) να θυμηθούν ξαφνικά τα δικά τους προ δεκαετίας κατορθώματα στην Ελλάδα για να «παίξουν» το δικό τους παιχνίδι.
Κατά την περίοδο 2004 – 2008, παρατηρείται μία αμυδρή μείωση του χρέους ως ποσοστού του Α.Ε.Π., το οποίο πέφτει 15 χρόνια μετά, ξανά κάτω από το 100%. Από το 2008, προφανώς και λόγω κρίσης, το χρέος ξαναπαίρνει την ανιούσα. Σε αυτό το σημείο θέλω απλά να τονίσω κάτι. Η Ελλάδα του σήμερα δανείζεται με 7,5% προνομιακό επιτόκιο χρήματα τα οποία οι ίδιοι οι δανειστές της τα έχουν προ - δανειστεί με 3% από την Ε.Κ.Τ. (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα).
Αυτή λοιπόν ήταν η μακροσκελής ιστορία του Δημοσίου Χρέους μας… Ως επίλογο θυμάμαι από μικρό παιδί τον πατέρα μου να μου λέει: «Η ιστορία κάνει κύκλους». Πολλά χρόνια αργότερα, πλέον πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος για να προβλέψουμε και να προλάβουμε το μέλλον είναι να διδασκόμαστε από την ίδια την ιστορία. Δ.Ο.Ε. - Τρόικα, πρωτοπραξία, - μνημόνιο, τοκογλυφικοί όροι, κερδοσκοπικά παιχνίδια και έλεγχος των εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών…. Συμπτώσεις ή κάτι παραπάνω; Η απάντηση έρχεται από τη δημοφιλή πλέον διαφήμιση: «Τυχαίο; Δε νομίζω»
ΥΓ: Θέλω να ζητήσω ειλικρινά συγγνώμη από το πιστό μέλος του «Αντιμένη» που από απροσεξία δεν είδα το ερώτημά του τον Νοέμβριο. Αρχικά ο «Αντιμένης» δεν είναι ο υπογράφων, είμαστε όλοι εμείς που θα διαβάσουμε, θα σκεφτούμε και θα διατυπώσουμε οτιδήποτε θα αποτελέσει τροφή για σκέψη. Είναι χαρά μου να βλέπω ερωτήματα, απόψεις και ιδέες καθώς μόνο έτσι «δουλεύει» ο ψηφιακός Αντιμένης μας. Στο ερώτημα τώρα, η ελεγχόμενη χρεωκοπία δεν αποτελεί χρεωκοπία με την κλασσική έννοια του όρου. Αποτελεί ένα υβρίδιο κατά το οποίο διασφαλίζονται το δυνατότερον τα συμφέροντα της θιγόμενης πλευράς, δηλαδή των δανειστών. Στην ουσία πρόκειται για μία συνήθη δραστηριότητα στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Όταν παραδείγματος χάριν ο χρεώστης δεν μπορεί να πληρώσει στην ώρα του, «τα βρίσκει» με τον δανειστή είτε επιμηκύνοντας την αποπληρωμή είτε διακανονίζοντας το ποσό. Δυστυχώς η ελεγχόμενη πτώχευση κρατών είναι αρκετά διαφορετική καθώς έχει ήδη εφαρμοστεί στην Ελλάδα παλαιότερα αλλά και στην Ουρουγουάη το 2003. Η ελεγχόμενη πτώχευση δεν θα στερήσει από την χώρα μας την πρόσβαση στις χρηματαγορές, αλλά θα αυξήσει τρομερά το κόστος δανεισμού της. Το spread, δηλαδή η αμοιβή για τον κίνδυνο, θα είναι πολύ πολύ μεγαλύτερο. Αντιθέτως, οι πιστωτές μας θα συνεχίσουν να εισπράττουν αν όχι όλο το ποσό, το μεγαλύτερο μέρος αυτού (πράγμα που στην πραγματική χρεωκοπία δεν ισχύει). Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, ότι η ελεγχόμενη χρεωκοπία είναι χρεωκοπία για την χώρα (αν όχι κάτι χειρότερο) αλλά όχι για τους «προνομιούχους» πιστωτές (καθώς είναι σίγουρο ότι κάποιοι πιστωτές, όπως ένας συνεργαζόμενος μικροεπιχειρηματίας με το κράτος ή ο δημόσιος υπάλληλος δεν θα είναι στην «προνομιούχο» κατηγορία). Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα πρέπει να αρνηθεί οποιοδήποτε σενάριο «ελεγχόμενης» χρεωκοπίας, παρά μόνο αν αναγκαστεί, να ακολουθήσει το παράδειγμα Τρικούπη. Άλλωστε είναι και αυτό ένα διαπραγματευτικό ατού στο χέρι της…

