Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Κέυνς: Ένας Αριστερός καπιταλιστής ή Φιλελεύθερος σοσιαλιστής;;;



«Σε περιόδους κρίσεων όλοι είμαστε Κεϋνσιανιστές». Μία έκφραση που ακούστηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης και αφορούσε τον τρίτο κατά χρονολογική σειρά πατέρα της οικονομίας, τον John Maynard Keynes.
 Βασικός άξονας της θεωρίας του Keynes ήταν ότι η κοινωνική ευημερία και η πλήρης απασχόληση αποτελεί σημαντικότερο στόχο από τις διακρατικές εμπορικές συμφωνίες, ενώ το ιδεατό εμπορικό σύστημα θα επέβαλε κυρώσεις στις χώρες με εμπορικό πλεόνασμα κατευθύνοντας με αυτόν τον τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους στο εσωτερικό περιορίζοντας τις εξαγωγές τους. Παράλληλα πίστευε ότι όταν η οικονομία τελματώνει και μπαίνει σε περίοδο κρίσης, ο μηχανισμός αυτορρύθμισης (γνωστός ως το αόρατο χέρι του Adam Smith) δεν μπορεί πάντα να λειτουργήσει και μόνο το κράτος μέσω των δημοσίων δαπανών, των επιτοκίων και του ελέγχου των χρηματοοικονομικών οργανισμών θα μπορέσει να βάλει την οικονομία ξανά σε ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα μαθηματικά μοντέλα των κλασσικών και νέο-κλασσικών, εισήγαγε την λογική και τον παράγοντα της ψυχολογίας. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε μη ιδεατή την ισορροπία του συστήματος αν συνυπάρχει με υψηλή ανεργία και χαμηλό εισόδημα καθώς θα οδηγήσει (όπως και οδήγησε στην κρίση του 1929) σε οικονομική ύφεση αν δεν παρέμβει το κράτος και δημιουργήσει «ενεργή ζήτηση». Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο οι κυβερνήσεις να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική μειώνοντας τα επιτόκια ώστε να μειωθεί η αποταμίευση και να αυξηθεί η ζήτηση και παράλληλα να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες (κυρίως οι επενδυτικές). Μνημειώδης έμεινε η ακραία φράση του στην προσπάθειά να δείξει την σημασία των δημόσιων δαπανών(που κατακρίθηκε ιδιαίτερα από όσους δεν εντόπισαν τον στόχο της): «Να πληρώνουμε τους εργάτες να κάνουν τρύπες στο έδαφος και να τις ξανακλείνουν». Με πιο απλά λόγια, έδωσε δευτερεύοντα ρόλο στην αρχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, επιτρέποντας την χρηματοδότηση των δημόσιων δαπανών σε περιόδους ύφεσης είτε με πλεονασματικά υπόλοιπα προηγούμενων ετών είτε με δημόσια ελλείμματα τα οποία θα καλυφθούν μόλις η οικονομία σταθεροποιηθεί.  
Ο John Maynard Keynes γεννήθηκε το 1883 στην Αγγλία από εύπορη και κοινωνικά καταξιωμένη οικογένεια. Η μητέρα του ήταν κόρη υπουργού ενώ ο πατέρας του ήταν διάσημος οικονομολόγος και καθηγητής του πανεπιστημίου του Cambridge. Ως επακόλουθο ο John μεγάλωσε ανάμεσα στην οικονομική ελίτ της εποχής ενώ σπούδασε στα πανεπιστήμια του Cambridge και του Eton. Νέος ακόμα ξεκίνησε την επενδυτική δραστηριότητα, κερδίζοντας σημαντικά ποσά από τοποθετήσεις στο χρηματιστήριο ενώ δούλεψε για ένα διάστημα ως σύμβουλος οικονομίας της Αγγλικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, με την επιστροφή του από την Ινδία (όπου και αποτελούσε τον ειδικό απεσταλμένο της Αγγλικής κυβέρνησης για οικονομικά θέματα) ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής οικονομίας στο Cambridge. Η ακαδημαϊκή του καριέρα τον κάνει σύμβουλο του Βρετανού πρωθυπουργού, Lloyd George στη συνθήκη των Βερσαλλιών, όπου και τίθεται αντιμέτωπος με την ηγεμονική πολιτική των Η.Π.Α. και οδηγείται σε παραίτηση. Διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη Διάσκεψη Bretton Woods το 1944 αναγκάζοντας το υπουργείο οικονομικών των Η.Π.Α. να προβεί σε μερικές υποχωρήσεις σχετικά με την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ανακηρύχθηκε Λόρδος του Τίλτον ενώ πέθανε έπειτα από πολυετή προβλήματα υγείας το 1946. Μία από τις εκφράσεις του που έμειναν στην ιστορία: «Καπιταλισμός είναι η εκπληκτική πεποίθηση ότι οι κακοηθέστεροι των ανθρώπων θα κάνουν τα πιο πονηρά πράγματα για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους».
Από το προφίλ και το περιβάλλον του λοιπόν, είναι ευκόλως κατανοητό ότι ο Keynes δεν ήταν κάποιος ανήμπορος ή σοσιαλιστικών πεποιθήσεων χαρακτήρας αλλά ένας καταξιωμένος άνθρωπος ο οποίος άνηκε στην βικτωριανή ελίτ και οι απόψεις του δε, προήλθαν μέσα από την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική του εμπειρία. Το παραπάνω γεγονός, δίνει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στις απόψεις του περί κοινωνικής ευθύνης και κρατικού παρεμβατισμού.
Μερικές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η θεωρία του (που παρερμηνεύτηκε σκόπιμα ή μη) απαξιώθηκε, ο ίδιος θεωρήθηκε «παλιομοδίτης» ενώ «σιδηρά κυρία» Margaret Thatcher, κατήργησε τον κρατικό παρεμβατισμό σε μία προσπάθεια να μειώσει τον πληθωρισμό τριπλασιάζοντας όμως την ανεργία. Απώτερος σκοπός αποτελούσε η ρύθμιση της ανάπτυξης (και άρα του πληθωρισμού) με μόνο μέσο την διακύμανση των επιτοκίων. Για δέκα και πλέον έτη το φιλελεύθερο μοντέλο λειτουργούσε σωστά λόγω της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης της δύσης σε συνδυασμό με την μείωση των τιμών στο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση όμως ήρθε επιβεβαιώνοντας τον Keynes, του οποίου το φάντασμα πλέον πλανάται στις κεντρικές τράπεζες και τους θιασώτες του φιλελεύθερου μοντέλου. Ο ψυχολογικός παράγοντας βάση της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον, ο πανικός εν μέσω κρίσης και η αδυναμία αυτορρύθμισης της αγοράς που είχε προβλέψει ο Keynes το 1936 επικαιροποιήθηκαν. Οι δυτικές κυβερνήσεις, παρακάμπτοντας τις αρχές του φιλελευθερισμού που κυριάρχησαν την τελευταία τριανταετία, προχωρούν σε ενέσεις ρευστότητας στην αγορά την ίδια στιγμή που ο Βρετανός υπουργός οικονομίας προαναγγέλει φορολογικές ελαφρύνσεις με απώτερο σκοπό την περεταίρω τόνωση της κατανάλωσης. Η στήριξη της βάσης του οικονομικού συστήματος και ο έλεγχος των χρηματοοικονομικών οργανισμών ώστε να αποφευχθούν οι ακρότητες (πολιτική που επίσης εφάρμοσε ο Roosevelt) προτείνονται επίσης ως λύσεις.
Σύμφωνα με τον Skidelsky, o Keynes έλεγε ότι «σε βάθος χρόνου είμαστε όλοι νεκροί», ευτυχώς όμως αυτό δεν επιβεβαιώθηκε στην περίπτωσή του…

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Το χρονικό ενός θανάτου

  
    Πριν λίγες μέρες γιορτάστηκε στην Γερμανία η πτώση του τείχους η οποία συνδέεται με την κατάρρευση ενός κοινωνικοοικονομικού μοντέλου, τον υπαρκτό σοσιαλισμό ή αλλιώς κουμμουνισμό. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, το αντίπαλο δέος, το δυτικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα γνωστό ως φιλελευθερισμός ή καπιταλισμός, που επί δύο δεκαετίες κυριαρχούσε, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα.
   Το κουτί της Πανδώρας ανοίχτηκε από ένα είδος χρηματοοικονομικών παραγώγων (ομολόγων στην προκειμένη περίπτωση), τα οποία αποτελούσαν τιτλοποίηση στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου. Πρώτο μεγάλο “θύμα” ήταν η Lehman Brothers, η οποία αφέθηκε να καταρρεύσει χωρίς τη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης. Μέσα σε έναν χρόνο ο Dow Jones απώλεσε το ήμισυ της αξίας του, κάτι που ίσχυσε και σε πολλά χρηματιστήρια όπως η Σοφοκλέους. Οι Κεντρικές Τράπεζες σχεδόν μηδενίζουν τα επιτόκια ενώ η ανεργία καλπάζει σε όλες τις χώρες. Αξίζει να αναφερθεί ότι στις Η.Π.Α. η ανεργία πλησίασε διψήφιο νούμερο (όπως και στην Ελλάδα) ενώ στην Γερμανία ήταν η πρώτη φορά από την προ – Χίτλερ εποχή όπου η ανεργία ξέφυγε από τα σχεδόν μηδενικά ποσοστά στα οποία βρισκόταν. Σε μία προσπάθεια αποφυγής περεταίρω συνεπειών, οι εμπορικές τράπεζες περιορίζουν στο ελάχιστο τις χορηγήσεις ενισχύοντας την υποανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, η μεγαλύτερη αντασφαλιστική εταιρία του πλανήτη και μεγαλύτερος χρηματοοικονομικός εταίρος της κυβέρνησης των Η.Π.Α., η A.I.G., φλερτάρει με την κατάρρευση και ζητάει στήριξη ύψους 100 δις δολαρίων. Σε ολόκληρο τον πλανήτη τράπεζες, χρηματοοικονομικοί και ασφαλιστικοί οργανισμοί ακολουθούν το ίδιο παράδειγμα.
   Ακόμα και σήμερα, ελάχιστοι είναι αυτοί που κοίταξαν το δάσος αφήνοντας το δέντρο. Πολύ σωστά υπήρξε μελέτη πάνω στις σοβαρές ατέλειες (π.χ. εύλογη αξία) των μέχρι πρόσφατα «αλάνθαστων» Δ.Λ.Π. (Διεθνών Λογιστικών Προτύπων) και Δ.Π.Χ.Π. (Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης), στους αναποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, στα χρυσά αγόρια (golden boys) και στα προϊόντα που αυτά δημιούργησαν. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που κοίταξαν σε μεγαλύτερο εύρος. Η κρίση αυτή αποτέλεσε και τον θάνατο του υπάρχοντος συστήματος, απλά λίγοι ακόμα το κατάλαβαν ή θέλησαν να το καταλάβουν.
   Κατά την περίοδο της ανάπτυξης, οι θιασώτες του φιλελεύθερου μοντέλου έπνεαν τα μένεα κατά κάθε προσπάθειας της πολιτείας να παρέμβει στην οικονομική ζωή στοχοποιώντας το κράτος ως παράγοντα υποανάπτυξης. Όλα αυτά όμως έως το 2008, όπου οι ίδιοι άνθρωποι παρακαλούσαν ή μάλλον απαιτούσαν την κρατική ενίσχυση του χρηματοοικονομικού τομέα που κατέρρεε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα όπως η περίπτωση της A.I.G. (η οποία βέβαια αν και έλαβε πάνω από 90 δις δολάρια συνέχισε την αντιδικία με την ελεήμων κυβέρνηση των Η.Π.Α. για παλιότερες διαφορές αξίας 200 εκατομμύριων), της Ιρλανδίας ή ακόμα και της Ελλάδας όπου το ελάχιστα μολυσμένο από τα τοξικά παράγωγα τραπεζικό σύστημα, έλαβε από το κρατικό ταμείο γύρω στα 25 δις Ευρώ.  Βασικό επιχείρημα των «φιλελεύθερων» επαιτών αποτελούσε ότι πάνω σε αυτούς βασιζόταν το σύγχρονο οικονομικό σύστημα (κάτι πολύ ορθό) και έναν πιθανό σπάσιμο ενός ακόμα κρίκου της αλυσίδας θα έφερνε την γενικευμένη κατάρρευση. Αλήθεια όμως, πέραν του δεδομένου ότι η εν λόγω κίνηση ερχόταν σε αντίθεση με τα πιστεύω των επαιτών, έχουμε αναλογιστεί αν το κράτος οφείλει να διασώζει όσες επιχειρήσεις απέτυχαν; Έπραξε ποτέ το ίδιο σε οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία που ακόμα και λόγω εξωγενών παραγόντων και όχι ιδίων αποφάσεων οδηγήθηκε στην πτώχευση; Πολλοί πολύ σωστά θα επιχειρηματολογήσουν λέγοντας ότι ορθά έκαναν οι κυβερνήσεις παγκοσμίως και στήριξαν τους παραπαίοντες κολοσσούς. Και θα με βρουν σύμφωνο. Ο τρόπος όμως θα έπρεπε να ήταν διαφορετικός, θα ήταν ιδεατό και ευεργετικό να βασιζόταν στον τρόπο αντιμετώπισης της σουηδικής τραπεζικής κρίσης στις αρχές του ’90 και όχι να αποτελεί απλά μία διανομή πακέτων δισεκατομμυρίων χωρίς κάποιον έλεγχο και τον οποιοδήποτε προγραμματισμό.
   Για να μην ξεφεύγουμε όμως, το εν λόγω συμβάν αποτέλεσε και την πτώση του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού μοντέλου, ανεξάρτητα της απόφασης των κρατών να στηρίξουν ή όχι τους «μολυσμένους» χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Εάν το κράτος, ασπαζόμενο την φιλελεύθερη θεωρία άφηνε αβοήθητες τράπεζες και οργανισμούς στο «αόρατο χέρι» αυτορρύθμισης του Σκωτσέζου οικονομολόγου Adam Smith, η κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος ήταν βέβαιη και συνδεδεμένη με την κατάρρευση ολόκληρου του χρηματοοικονομικού κυκλώματος. Αν πάλι υπήρχε μηχανισμός στήριξης, όπως και υπήρξε, αυτομάτως αναιρούνταν οι βασικές αρχές του μοντέλου εισάγοντας την έννοια του κρατικού παρεμβατισμού. Όπως είναι κατανοητό, το σταυροδρόμι οδηγούσε στον ίδιο προορισμό, δηλαδή τον θάνατο του φιλελευθερισμού – νεοφιλελευθερισμού και της θεωρίας των ελευθέρων αγορών (free markets).
   Το γιατί όμως το παραπάνω σύστημα αποδείχθηκε ανεπαρκές (όχι όμως και λανθασμένο) είναι ένα ερώτημα που η απάντησή του βρίσκεται στα μαθηματικά μοντέλα των «κλασσικών» οικονομολόγων. Όσο τέλειο και να είναι ένα μοντέλο, είναι αδύνατο να προβλέψει και να ερμηνεύσει τον παράγοντα άνθρωπο και την ανθρώπινη ψυχολογία. Χωρίς να αναιρώ την ικανότητα αυτορρύθμισης της οικονομίας μακροχρόνια, τα κλασσικά μοντέλα αγνοούν τόσο τις βραχυχρόνιες μεταβολές που βασίζονται στις ανθρώπινες προσδοκίες όσο και τις συνέπειες της αυτορρύθμισης αυτής κάθε αυτής. Θα ήταν παράλογο λοιπόν, να κατέρρεε ολόκληρο το χρηματοοικονομικό οικοδόμημα ώστε στη συνέχεια η οικονομία να ισορροπούσε, καθώς το κόστος της «εξισορρόπησης» θα ήταν από σημαντικό έως δυσβάσταχτο.
   Η παραπάνω κρίση λοιπόν μας ανήγγειλε έναν θάνατο, που η πλειοψηφία ακόμα δεν νοεί να εμπεδώσει. Ταυτόχρονα μας διδάσκει να αναθεωρήσουμε παγιωμένες αντιλήψεις ετών σχετικά με τον ρόλο του κράτους στη σύγχρονη οικονομική ζωή. 

ΥΓ1: Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους στον φίλο και συνάδελφο Λευτέρη Τσίντζα.

ΥΓ2: Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το παραπάνω θέμα παρουσιάζονται εκτενέστερα στην εργασία που εκπονήθηκε από εμένα και τον φίλο και συνάδελφο Κυρμίζογλου Φώτη στο πλαίσιο των σπουδών μας με θέμα «Ο ρόλος του κράτους απέναντι στην οικονομία και την κρίση», με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Παπαδόπουλο Συμεών. Υπάρχει η δυνατότητα αποστολής της παραπάνω μελέτης σε ηλεκτρονική μορφή σε κάθε ενδιαφερόμενο.