«Σε περιόδους κρίσεων όλοι είμαστε Κεϋνσιανιστές». Μία έκφραση που ακούστηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης και αφορούσε τον τρίτο κατά χρονολογική σειρά πατέρα της οικονομίας, τον John Maynard Keynes.
Βασικός άξονας της θεωρίας του Keynes ήταν ότι η κοινωνική ευημερία και η πλήρης απασχόληση αποτελεί σημαντικότερο στόχο από τις διακρατικές εμπορικές συμφωνίες, ενώ το ιδεατό εμπορικό σύστημα θα επέβαλε κυρώσεις στις χώρες με εμπορικό πλεόνασμα κατευθύνοντας με αυτόν τον τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους στο εσωτερικό περιορίζοντας τις εξαγωγές τους. Παράλληλα πίστευε ότι όταν η οικονομία τελματώνει και μπαίνει σε περίοδο κρίσης, ο μηχανισμός αυτορρύθμισης (γνωστός ως το αόρατο χέρι του Adam Smith) δεν μπορεί πάντα να λειτουργήσει και μόνο το κράτος μέσω των δημοσίων δαπανών, των επιτοκίων και του ελέγχου των χρηματοοικονομικών οργανισμών θα μπορέσει να βάλει την οικονομία ξανά σε ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα μαθηματικά μοντέλα των κλασσικών και νέο-κλασσικών, εισήγαγε την λογική και τον παράγοντα της ψυχολογίας. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε μη ιδεατή την ισορροπία του συστήματος αν συνυπάρχει με υψηλή ανεργία και χαμηλό εισόδημα καθώς θα οδηγήσει (όπως και οδήγησε στην κρίση του 1929) σε οικονομική ύφεση αν δεν παρέμβει το κράτος και δημιουργήσει «ενεργή ζήτηση». Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο οι κυβερνήσεις να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική μειώνοντας τα επιτόκια ώστε να μειωθεί η αποταμίευση και να αυξηθεί η ζήτηση και παράλληλα να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες (κυρίως οι επενδυτικές). Μνημειώδης έμεινε η ακραία φράση του στην προσπάθειά να δείξει την σημασία των δημόσιων δαπανών(που κατακρίθηκε ιδιαίτερα από όσους δεν εντόπισαν τον στόχο της): «Να πληρώνουμε τους εργάτες να κάνουν τρύπες στο έδαφος και να τις ξανακλείνουν». Με πιο απλά λόγια, έδωσε δευτερεύοντα ρόλο στην αρχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, επιτρέποντας την χρηματοδότηση των δημόσιων δαπανών σε περιόδους ύφεσης είτε με πλεονασματικά υπόλοιπα προηγούμενων ετών είτε με δημόσια ελλείμματα τα οποία θα καλυφθούν μόλις η οικονομία σταθεροποιηθεί.
Ο John Maynard Keynes γεννήθηκε το 1883 στην Αγγλία από εύπορη και κοινωνικά καταξιωμένη οικογένεια. Η μητέρα του ήταν κόρη υπουργού ενώ ο πατέρας του ήταν διάσημος οικονομολόγος και καθηγητής του πανεπιστημίου του Cambridge. Ως επακόλουθο ο John μεγάλωσε ανάμεσα στην οικονομική ελίτ της εποχής ενώ σπούδασε στα πανεπιστήμια του Cambridge και του Eton. Νέος ακόμα ξεκίνησε την επενδυτική δραστηριότητα, κερδίζοντας σημαντικά ποσά από τοποθετήσεις στο χρηματιστήριο ενώ δούλεψε για ένα διάστημα ως σύμβουλος οικονομίας της Αγγλικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, με την επιστροφή του από την Ινδία (όπου και αποτελούσε τον ειδικό απεσταλμένο της Αγγλικής κυβέρνησης για οικονομικά θέματα) ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής οικονομίας στο Cambridge. Η ακαδημαϊκή του καριέρα τον κάνει σύμβουλο του Βρετανού πρωθυπουργού, Lloyd George στη συνθήκη των Βερσαλλιών, όπου και τίθεται αντιμέτωπος με την ηγεμονική πολιτική των Η.Π.Α. και οδηγείται σε παραίτηση. Διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη Διάσκεψη Bretton Woods το 1944 αναγκάζοντας το υπουργείο οικονομικών των Η.Π.Α. να προβεί σε μερικές υποχωρήσεις σχετικά με την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ανακηρύχθηκε Λόρδος του Τίλτον ενώ πέθανε έπειτα από πολυετή προβλήματα υγείας το 1946. Μία από τις εκφράσεις του που έμειναν στην ιστορία: «Καπιταλισμός είναι η εκπληκτική πεποίθηση ότι οι κακοηθέστεροι των ανθρώπων θα κάνουν τα πιο πονηρά πράγματα για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους».
Από το προφίλ και το περιβάλλον του λοιπόν, είναι ευκόλως κατανοητό ότι ο Keynes δεν ήταν κάποιος ανήμπορος ή σοσιαλιστικών πεποιθήσεων χαρακτήρας αλλά ένας καταξιωμένος άνθρωπος ο οποίος άνηκε στην βικτωριανή ελίτ και οι απόψεις του δε, προήλθαν μέσα από την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική του εμπειρία. Το παραπάνω γεγονός, δίνει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στις απόψεις του περί κοινωνικής ευθύνης και κρατικού παρεμβατισμού.
Μερικές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η θεωρία του (που παρερμηνεύτηκε σκόπιμα ή μη) απαξιώθηκε, ο ίδιος θεωρήθηκε «παλιομοδίτης» ενώ «σιδηρά κυρία» Margaret Thatcher, κατήργησε τον κρατικό παρεμβατισμό σε μία προσπάθεια να μειώσει τον πληθωρισμό τριπλασιάζοντας όμως την ανεργία. Απώτερος σκοπός αποτελούσε η ρύθμιση της ανάπτυξης (και άρα του πληθωρισμού) με μόνο μέσο την διακύμανση των επιτοκίων. Για δέκα και πλέον έτη το φιλελεύθερο μοντέλο λειτουργούσε σωστά λόγω της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης της δύσης σε συνδυασμό με την μείωση των τιμών στο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση όμως ήρθε επιβεβαιώνοντας τον Keynes, του οποίου το φάντασμα πλέον πλανάται στις κεντρικές τράπεζες και τους θιασώτες του φιλελεύθερου μοντέλου. Ο ψυχολογικός παράγοντας βάση της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον, ο πανικός εν μέσω κρίσης και η αδυναμία αυτορρύθμισης της αγοράς που είχε προβλέψει ο Keynes το 1936 επικαιροποιήθηκαν. Οι δυτικές κυβερνήσεις, παρακάμπτοντας τις αρχές του φιλελευθερισμού που κυριάρχησαν την τελευταία τριανταετία, προχωρούν σε ενέσεις ρευστότητας στην αγορά την ίδια στιγμή που ο Βρετανός υπουργός οικονομίας προαναγγέλει φορολογικές ελαφρύνσεις με απώτερο σκοπό την περεταίρω τόνωση της κατανάλωσης. Η στήριξη της βάσης του οικονομικού συστήματος και ο έλεγχος των χρηματοοικονομικών οργανισμών ώστε να αποφευχθούν οι ακρότητες (πολιτική που επίσης εφάρμοσε ο Roosevelt) προτείνονται επίσης ως λύσεις.
Σύμφωνα με τον Skidelsky, o Keynes έλεγε ότι «σε βάθος χρόνου είμαστε όλοι νεκροί», ευτυχώς όμως αυτό δεν επιβεβαιώθηκε στην περίπτωσή του…

